Συνολικές προβολές σελίδας
ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ-ΕΘΙΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ-ΕΘΙΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 12 Απριλίου 2012
Σάββατο 7 Απριλίου 2012
Σάββατο του Λαζάρου
Το Σάββατο του Λαζάρου θεωρείται μέρα του θανάτου και της ζωής. Σε κάποια χωριά μάλιστα οι αγρότες δεν μαζεύουν τη σοδιά τους γιατί φοβούνται ότι οι καρποί της γης φέρουν τον θάνατο μέσα τους.
O Λάζαρος είναι μια μορφή που εμπνέει σεβασμό στον ελληνικό λαό.
Παλιότερα οι εκδηλώσεις εορτασμού ήταν πολλές και ποικίλες, ωστόσο σήμερα έχουν λησμονηθεί ως επί το πλείστον.
Για παράδειγμα τα κάλαντα του Λαζάρου τραγουδιούνται σε ελάχιστες περιοχές, ενώ παλιότερα ήταν από τα πιο ζωντανά έθιμα και έδιναν ιδιαίτερο τόνο στις μικρές κοινωνίες.
Τα κάλαντα του Λαζάρου ήταν αποκλειστικά σχεδόν γυναικεία και τα τραγουδούσαν κοπέλες διαφόρων ηλικιών ακόμα και κορίτσια τις παντρειάς που ονομάζονταν "Λαζαρίνες".
Την παραμονή της γιορτής, οι Λαζαρίνες ξεχύνονταν στα χωράφια έξω από τα χωριά για να μαζέψουν λουλούδια που με αυτά θα στόλιζαν το καλαθάκι τους την άλλη μέρα ντυμένες με τοπικές ενδυμασίες φορώντας ειδική στολή.
Γύριζαν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας το Λάζαρο και εισέπρατταν μικρό φιλοδώρημα, χρήματα, αυγά, φρούτα ή άλλα φαγώσιμα.
Σε πολύ λίγες περιοχές της χώρας τραγουδιούνται σήμερα τα Λαζαριάτικα κάλαντα. Τα λόγια του τραγουδιού άλλοτε αναφέρονται στην ανάσταση του Λαζάρου και είναι συνήθως μέτρια στιχουργήματα και άλλοτε πάλι αποτελούν παινέματα προσώπων που αγγίζουν τα όρια υψηλής ποιητικής δημιουργίας.
Τα έθιμα του Λαζάρου στα χρόνια της σκλαβιάς είχαν κοινωνική σκοπιμότητα
Στις γυναίκες και ιδίως στα νέα κορίτσια που δεν έβγαιναν συχνά έξω από το σπίτι επειδή τα ήθη της εποχής και ο φόβος της αρπαγής τους από τους Τούρκους τις περιόριζαν, δίνονταν κάποιες ελευθερίες: γίνονταν αλληλογνωριμίες και νυφοδιαλέγματα και σε λίγο καιρό ακολουθούσαν τα προξενιά, τα αρραβωνιάσματα και οι γάμοι.
Έθιμα από διαφορετικά μέρη της Ελλάδας
Σταφιδόψωμο - Λαζαράκια: Συνταγή για το Σάββατο του Λαζάρου
0 λαός γιορτάζει την πρώτη Λαμπρή, την "Έγερση" του φίλου του Χριστού, του "αγέλαστου" Λάζαρου.
Ο φόβος και ο τρόμος για όσα γνώρισε στον άλλο κόσμο άφησαν τόσο βαθιά σημάδια στην ψυχή του Λάζαρου που, λέει η παράδοση, μετά την Ανάσταση του δε γέλασε παρά μόνο μια φορά.
Είδε κάποιον χωρικό στο παζάρι να κλέβει μια στάμνα και να φεύγει κρυφά.
"Βρε τον ταλαίπωρο, είπε. Για ιδές τον πώς φεύγει με το κλεμμένο σταμνί.
Ξεχνάει ότι κι αυτός είναι ένα κομμάτι χώμα, όπως και το σταμνί. Το 'να χώμα κλέβει τ' άλλο. Μα δεν είναι να γελούν οι πικραμένοι;" και χαμογέλασε.
Στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας για να απεικονίσουν την Ανάσταση του Λάζαρου, να συμβολίσουν δηλαδή τη Νίκη του Χριστού απέναντι στο θάνατο, αλλά παράλληλα και για να υποδηλώσουν την ανάσταση της φύσης, έφτιαχναν ένα ομοίωμα του Λάζαρου. Την παραμονή της γιορτής ή, σε πολλά μέρη, ανήμερα την "πρώτη Λαμπρή", τα παιδιά, κρατώντας το "Λάζαρο", έκαναν τους αγερμούς τους. Γύριζαν στα σπίτια και τραγουδούσαν τα "λαζαρικά", για να διηγηθούν την ιστορία του αναστημένου φίλου του Χριστού και να πουν παινέματα στους νοικοκυραίους. Στην Ήπειρο μάλιστα, στις κτηνοτροφικές περιοχές, χτύπαγαν ταυτόχρονα και μεγαλοκούδουνα.
"Πες μας Λάζαρε τι είδες
εις τον Άδη που επήγες.
Είδα φόβους, είδα τρόμους,
είδα βάσανα και πόνους,
δώστε μου λίγο νεράκι
να ξεπλύνω το φαρμάκι,
της καρδούλας μου το λέω
και μοιρολογώ και κλαίω.
Του χρόνου πάλι να 'ρθουμε,
με υγεία να σας βρούμε,
και ο νοικοκύρης του σπιτιού
χρόνια πολλά να ζήσει,
να ζήσει χρόνια εκατό
και να τα ξεπεράσει."
Τα "λαζαρικά" από τόπο σε τόπο έχουν πολλές παραλλαγές.
Στη Στερεά Ελλάδα, τη Μακεδονία και τη Θράκη στο έθιμο έπαιρναν μέρος μόνο κορίτσια, οι "Λαζαρίνες" ή "Λαζαρίτσες", έτσι εύρισκαν την ευκαιρία να γίνουν γνωστές και σαν υποψήφιες νύφες. Για "Λάζαρο" βαστούσαν έναν ξύλινο κόπανο για τα ρούχα, τυλιγμένο με παρδαλά κομμάτια από πανιά, ίδιο μωρό. Σε άλλα μέρη πάλι έντυναν με χτυπητά πολύχρωμα υφάσματα μια ρόκα, μια κούκλα, έναν καλαμένιο σταυρό και τα στόλιζαν με κορδέλες και λουλούδια. Στη Σκύρο έπαιρναν την τρυπητή κουτάλα, "τη σιδεροχουλιάρα". Έβαζαν σε κάθε τρύπα και από ένα άσπροπούλι -άσπρη μαργαρίτα- ένα κόκκινο γαρίφαλο για στόμα και σχημάτιζαν το πρόσωπο. Έδεναν σταυρωτά πάνω στην κουτάλα ένα ξύλο, για να κάνουν τα χέρια, της φορούσαν και ένα πουκαμισάκι ή ένα μωρουδίστικο ρούχο και ο "Λάζαρος" ήταν έτοιμος.
Γύριζαν τα παιδιά από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας και οι νοικοκυρές τους έδιναν αυγά, λεφτά ή ό,τι άλλο είχαν. Πάντα όλοι κάτι έβρισκαν να δώσουν. Κι όταν θέλαν για κάποιον να πούνε πως ήταν τσιγκούνης έλεγαν: "Ποτέ του αυγό δεν έδωσε, ούτε τ' αγίου Λαζάρου!" Στα Τρίκαλα τα αυγά που συγκέντρωναν οι Λαζαρίνες, οι μητέρες τους τα έβαφαν κόκκινα και τα κρατούσαν σε ξεχωριστό μέρος. Όταν ήθελαν να περιποιηθούν έναν επισκέπτη από αυτά τα αυγά του έδιναν, του Λαζάρου.
Σε μερικά μέρη τη θέση του "Λάζαρου" έπαιρνε ένα καλάθι στολισμένο με λουλούδια και με πολύχρωμες κορδέλες. Στην Κρήτη έκαναν έναν ξύλινο σταυρό και τον στόλιζαν με ορμαθούς από λεμονανθούς και αγριόχορτα με κόκκινα λουλούδια, τις μαχαιρίτσες. Στην Κύπρο συναντάμε το έθιμο της αναπαράστασης, στην αρχαιότερη μορφή του. Ο θεός πεθαίνει στην ακμή της νιότης του και αμέσως ανασταίνεται, όπως ο Άδωνης στους αρχαίους Έλληνες. Έντυναν ένα παιδί με κίτρινα λουλούδια, έτσι ώστε ούτε το πρόσωπο του δε φαινόταν. Σε κάθε σπίτι που πήγαιναν, όταν άρχιζαν τα άλλα παιδιά να τραγουδούν, ξάπλωνε και υποκρινόταν το νεκρό, όταν όμως έλεγαν το "Λάζαρε δεύρο έξω" σηκωνόταν.
Το ίδιο έθιμο συναντάμε και στην Κω. Το παιδί που αναπαριστούσε το Λάζαρο, τυλιγμένο σε ένα σεντόνι, ήταν και αυτό στολισμένο με κίτρινα λουλούδια. Αμοιβή της παρέας για την αναπαράσταση τα αυγά για το δάσκαλο. Τα πιο μεγάλα παιδιά, οι "πρωτόσχολοι", έπαιρναν την εικόνα του Λάζαρου, την έβαζαν πάνω σε μια ειδική κατασκευή που στόλιζαν με δεντρολίβανο -ήταν, λέει, η Βηθανία, η πατρίδα του- και γύριζαν στις στάνες. Οι βοσκοί τους φίλευαν αυγά, τυριά και μυζήθρες για τις λαμπρόπιτες.
Για την ψυχή του Λάζαρου οι γυναίκες ζύμωναν ανήμερα το πρωί ειδικά κουλούρια, τους "λαζάρηδες", τα "λαζαρούδια" ή και "λαζαράκια". "Λάζαρο δεν πλάσεις, ψωμί δεν θα χορτάσεις" έλεγαν, μια και ο αναστημένος φίλος του Χριστού πίστευαν πως είχε παραγγείλει: "Όποιος ζυμώσει και δε με πλάσει, το φαρμάκι μου να πάρει..."
Στα "λαζαράκια" έδιναν το σχήμα ανθρώπου σπαργανωμένου, όπως ακριβώς παριστάνεται ο Λάζαρος στις εικόνες. Όσα παιδιά είχε η οικογένεια τόσους "λαζάρηδες" έπλαθαν και στη θέση των ματιών έβαζαν δυο γαρίφαλα. Στην Κω οι αρραβωνιασμένες θα έφτιαχναν ένα λαζαράκι σε μέγεθος μικρού παιδιού, γεμισμένο με χίλια δυο καλούδια και κεντημένο σχεδόν σαν τις κουλούρες του γάμου, για να το στείλουν στο γαμπρό. Τα "λαζαρούδια" πολλές νοικοκυρές τα γέμιζαν με αλεσμένα καρύδια, αμύγδαλα, σύκα, σταφίδες, μέλι, πρόσθεταν πολλά μυρωδικά και τα παιδιά ξετρελλαίνονταν να τα τρώνε ζεστά.
O Λάζαρος είναι μια μορφή που εμπνέει σεβασμό στον ελληνικό λαό.
Παλιότερα οι εκδηλώσεις εορτασμού ήταν πολλές και ποικίλες, ωστόσο σήμερα έχουν λησμονηθεί ως επί το πλείστον.
Για παράδειγμα τα κάλαντα του Λαζάρου τραγουδιούνται σε ελάχιστες περιοχές, ενώ παλιότερα ήταν από τα πιο ζωντανά έθιμα και έδιναν ιδιαίτερο τόνο στις μικρές κοινωνίες.
Τα κάλαντα του Λαζάρου ήταν αποκλειστικά σχεδόν γυναικεία και τα τραγουδούσαν κοπέλες διαφόρων ηλικιών ακόμα και κορίτσια τις παντρειάς που ονομάζονταν "Λαζαρίνες".
Την παραμονή της γιορτής, οι Λαζαρίνες ξεχύνονταν στα χωράφια έξω από τα χωριά για να μαζέψουν λουλούδια που με αυτά θα στόλιζαν το καλαθάκι τους την άλλη μέρα ντυμένες με τοπικές ενδυμασίες φορώντας ειδική στολή.
Γύριζαν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας το Λάζαρο και εισέπρατταν μικρό φιλοδώρημα, χρήματα, αυγά, φρούτα ή άλλα φαγώσιμα.
Σε πολύ λίγες περιοχές της χώρας τραγουδιούνται σήμερα τα Λαζαριάτικα κάλαντα. Τα λόγια του τραγουδιού άλλοτε αναφέρονται στην ανάσταση του Λαζάρου και είναι συνήθως μέτρια στιχουργήματα και άλλοτε πάλι αποτελούν παινέματα προσώπων που αγγίζουν τα όρια υψηλής ποιητικής δημιουργίας.
Τα έθιμα του Λαζάρου στα χρόνια της σκλαβιάς είχαν κοινωνική σκοπιμότητα
Στις γυναίκες και ιδίως στα νέα κορίτσια που δεν έβγαιναν συχνά έξω από το σπίτι επειδή τα ήθη της εποχής και ο φόβος της αρπαγής τους από τους Τούρκους τις περιόριζαν, δίνονταν κάποιες ελευθερίες: γίνονταν αλληλογνωριμίες και νυφοδιαλέγματα και σε λίγο καιρό ακολουθούσαν τα προξενιά, τα αρραβωνιάσματα και οι γάμοι.
Έθιμα από διαφορετικά μέρη της Ελλάδας
Σταφιδόψωμο - Λαζαράκια: Συνταγή για το Σάββατο του Λαζάρου
0 λαός γιορτάζει την πρώτη Λαμπρή, την "Έγερση" του φίλου του Χριστού, του "αγέλαστου" Λάζαρου.
Ο φόβος και ο τρόμος για όσα γνώρισε στον άλλο κόσμο άφησαν τόσο βαθιά σημάδια στην ψυχή του Λάζαρου που, λέει η παράδοση, μετά την Ανάσταση του δε γέλασε παρά μόνο μια φορά.
Είδε κάποιον χωρικό στο παζάρι να κλέβει μια στάμνα και να φεύγει κρυφά.
"Βρε τον ταλαίπωρο, είπε. Για ιδές τον πώς φεύγει με το κλεμμένο σταμνί.
Ξεχνάει ότι κι αυτός είναι ένα κομμάτι χώμα, όπως και το σταμνί. Το 'να χώμα κλέβει τ' άλλο. Μα δεν είναι να γελούν οι πικραμένοι;" και χαμογέλασε.
Στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας για να απεικονίσουν την Ανάσταση του Λάζαρου, να συμβολίσουν δηλαδή τη Νίκη του Χριστού απέναντι στο θάνατο, αλλά παράλληλα και για να υποδηλώσουν την ανάσταση της φύσης, έφτιαχναν ένα ομοίωμα του Λάζαρου. Την παραμονή της γιορτής ή, σε πολλά μέρη, ανήμερα την "πρώτη Λαμπρή", τα παιδιά, κρατώντας το "Λάζαρο", έκαναν τους αγερμούς τους. Γύριζαν στα σπίτια και τραγουδούσαν τα "λαζαρικά", για να διηγηθούν την ιστορία του αναστημένου φίλου του Χριστού και να πουν παινέματα στους νοικοκυραίους. Στην Ήπειρο μάλιστα, στις κτηνοτροφικές περιοχές, χτύπαγαν ταυτόχρονα και μεγαλοκούδουνα.
"Πες μας Λάζαρε τι είδες
εις τον Άδη που επήγες.
Είδα φόβους, είδα τρόμους,
είδα βάσανα και πόνους,
δώστε μου λίγο νεράκι
να ξεπλύνω το φαρμάκι,
της καρδούλας μου το λέω
και μοιρολογώ και κλαίω.
Του χρόνου πάλι να 'ρθουμε,
με υγεία να σας βρούμε,
και ο νοικοκύρης του σπιτιού
χρόνια πολλά να ζήσει,
να ζήσει χρόνια εκατό
και να τα ξεπεράσει."
Τα "λαζαρικά" από τόπο σε τόπο έχουν πολλές παραλλαγές.
Στη Στερεά Ελλάδα, τη Μακεδονία και τη Θράκη στο έθιμο έπαιρναν μέρος μόνο κορίτσια, οι "Λαζαρίνες" ή "Λαζαρίτσες", έτσι εύρισκαν την ευκαιρία να γίνουν γνωστές και σαν υποψήφιες νύφες. Για "Λάζαρο" βαστούσαν έναν ξύλινο κόπανο για τα ρούχα, τυλιγμένο με παρδαλά κομμάτια από πανιά, ίδιο μωρό. Σε άλλα μέρη πάλι έντυναν με χτυπητά πολύχρωμα υφάσματα μια ρόκα, μια κούκλα, έναν καλαμένιο σταυρό και τα στόλιζαν με κορδέλες και λουλούδια. Στη Σκύρο έπαιρναν την τρυπητή κουτάλα, "τη σιδεροχουλιάρα". Έβαζαν σε κάθε τρύπα και από ένα άσπροπούλι -άσπρη μαργαρίτα- ένα κόκκινο γαρίφαλο για στόμα και σχημάτιζαν το πρόσωπο. Έδεναν σταυρωτά πάνω στην κουτάλα ένα ξύλο, για να κάνουν τα χέρια, της φορούσαν και ένα πουκαμισάκι ή ένα μωρουδίστικο ρούχο και ο "Λάζαρος" ήταν έτοιμος.
Γύριζαν τα παιδιά από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας και οι νοικοκυρές τους έδιναν αυγά, λεφτά ή ό,τι άλλο είχαν. Πάντα όλοι κάτι έβρισκαν να δώσουν. Κι όταν θέλαν για κάποιον να πούνε πως ήταν τσιγκούνης έλεγαν: "Ποτέ του αυγό δεν έδωσε, ούτε τ' αγίου Λαζάρου!" Στα Τρίκαλα τα αυγά που συγκέντρωναν οι Λαζαρίνες, οι μητέρες τους τα έβαφαν κόκκινα και τα κρατούσαν σε ξεχωριστό μέρος. Όταν ήθελαν να περιποιηθούν έναν επισκέπτη από αυτά τα αυγά του έδιναν, του Λαζάρου.
Σε μερικά μέρη τη θέση του "Λάζαρου" έπαιρνε ένα καλάθι στολισμένο με λουλούδια και με πολύχρωμες κορδέλες. Στην Κρήτη έκαναν έναν ξύλινο σταυρό και τον στόλιζαν με ορμαθούς από λεμονανθούς και αγριόχορτα με κόκκινα λουλούδια, τις μαχαιρίτσες. Στην Κύπρο συναντάμε το έθιμο της αναπαράστασης, στην αρχαιότερη μορφή του. Ο θεός πεθαίνει στην ακμή της νιότης του και αμέσως ανασταίνεται, όπως ο Άδωνης στους αρχαίους Έλληνες. Έντυναν ένα παιδί με κίτρινα λουλούδια, έτσι ώστε ούτε το πρόσωπο του δε φαινόταν. Σε κάθε σπίτι που πήγαιναν, όταν άρχιζαν τα άλλα παιδιά να τραγουδούν, ξάπλωνε και υποκρινόταν το νεκρό, όταν όμως έλεγαν το "Λάζαρε δεύρο έξω" σηκωνόταν.
Το ίδιο έθιμο συναντάμε και στην Κω. Το παιδί που αναπαριστούσε το Λάζαρο, τυλιγμένο σε ένα σεντόνι, ήταν και αυτό στολισμένο με κίτρινα λουλούδια. Αμοιβή της παρέας για την αναπαράσταση τα αυγά για το δάσκαλο. Τα πιο μεγάλα παιδιά, οι "πρωτόσχολοι", έπαιρναν την εικόνα του Λάζαρου, την έβαζαν πάνω σε μια ειδική κατασκευή που στόλιζαν με δεντρολίβανο -ήταν, λέει, η Βηθανία, η πατρίδα του- και γύριζαν στις στάνες. Οι βοσκοί τους φίλευαν αυγά, τυριά και μυζήθρες για τις λαμπρόπιτες.
Για την ψυχή του Λάζαρου οι γυναίκες ζύμωναν ανήμερα το πρωί ειδικά κουλούρια, τους "λαζάρηδες", τα "λαζαρούδια" ή και "λαζαράκια". "Λάζαρο δεν πλάσεις, ψωμί δεν θα χορτάσεις" έλεγαν, μια και ο αναστημένος φίλος του Χριστού πίστευαν πως είχε παραγγείλει: "Όποιος ζυμώσει και δε με πλάσει, το φαρμάκι μου να πάρει..."
Στα "λαζαράκια" έδιναν το σχήμα ανθρώπου σπαργανωμένου, όπως ακριβώς παριστάνεται ο Λάζαρος στις εικόνες. Όσα παιδιά είχε η οικογένεια τόσους "λαζάρηδες" έπλαθαν και στη θέση των ματιών έβαζαν δυο γαρίφαλα. Στην Κω οι αρραβωνιασμένες θα έφτιαχναν ένα λαζαράκι σε μέγεθος μικρού παιδιού, γεμισμένο με χίλια δυο καλούδια και κεντημένο σχεδόν σαν τις κουλούρες του γάμου, για να το στείλουν στο γαμπρό. Τα "λαζαρούδια" πολλές νοικοκυρές τα γέμιζαν με αλεσμένα καρύδια, αμύγδαλα, σύκα, σταφίδες, μέλι, πρόσθεταν πολλά μυρωδικά και τα παιδιά ξετρελλαίνονταν να τα τρώνε ζεστά.
Κυριακή 3 Απριλίου 2011
ΑΠΡΙΛΙΟΣ-ΕΘΙΜΑ
«ΠΡΩΤΑΠΡΙΛΙΆ». Αρχαίο έθιμο της δύσης, που ήρθε στην Ελλάδα την εποχή των Σταυροφοριών, από τη Γαλλία. Κατά το έθιμο αυτό συνηθίζουμε να λέμε μικρά αθώα ψέματα, για να πειράξουμε τους φίλους μας με σκοπό το γέλιο.
Στη ΣΎΜΗ τον Απρίλη ανάβουν φωτιές και πηδώντας λένε: «Έξω ψύλλοι και κοριοί και μεγάλοι ποντικοί» . Στη ΘΡΆΚΗ το πρωταπριλιάτικο νερό της βροχής θεωρείται ευεργετικό για τις «θερμές» (πυρετούς) . Στη ΚΎΠΡΟ δεν απλώνουν ρούχα την 1η Πέμπτη του Απρίλη («πρωτόπεφτο»), ούτε βγάζουν έξω από το σπίτι εργαλεία, γιατί καταστρέφεται η καλή τύχη του σπιτιού, «αναθεμελιώνεται». Την ημέρα αυτή δεν κάνει να σκάψει κάποιος, γιατί «σκάφτει το λάκκο του».
«ΑΝΑΠΙΑΣΜΑ». Τη Μ. Τετάρτη, οι νοικοκυρές ανάπιαναν (=ανανέωναν) το προζύμι για το ζύμωμα του ψωμιού όλης της χρονιάς.
ΒΑΨΙΜΟ ΑΒΓΩΝ. Το έθιμο αυτό το πήραμε μάλλον από τους Εβραίους, αφού κι αυτοί γιορτάζοντας το δικό τους Πάσχα, έκαναν κάτι αντίστοιχο. Τη Μ. Πέμπτη το πρωί, οι γυναίκες έβαφαν τα αβγά κόκκινα (στις περισσότερες περιοχές, γι' αυτό κι ο λαός μας την ονομάζει Κόκκινη Πέμπτη ή Κοκκινοπέφτη), ή πολύχρωμα. Για το κόκκινο χρώμα δίνουν διάφορες εξηγήσεις. Άλλοι λένε ότι θυμίζει το αίμα του Χριστού, άλλοι λένε ότι είναι το χρώμα της χαράς κι άλλοι διηγούνται ότι όταν αναστήθηκε ο Χριστός, η πρώτη που τον είδε, ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή. Έτρεξε να το αναγγείλει στους μαθητές του. Την ώρα εκείνη συνάντησε μια γνωστή της γυναίκα που γύριζε από το κοτέτσι, κρατώντας στην ποδιά της αβγά.
- Πού τρέχεις έτσι; Τη ρώτησε η γυναίκα.
- Τρέχω να πω στους μαθητές του Κυρίου, πως εκείνος αναστήθηκε, απάντησε η Μαγδαληνή.
- Δεν το πιστεύω. Θα το πιστέψω μόνο όταν αυτά τα αβγά που μάζεψα, γίνουν κόκκινα.
Το πρώτο που έβαφαν, είχε ξεχωριστεί σημασία για τη νοικοκυρά. Το ονόμαζαν «το αβγό της Παναγιάς» και το έβαζαν στο εικονοστάσι. Το παλιό, που είχαν κρατήσει από την προηγούμενη χρονιά (λένε μάλιστα ότι αυτό το αυγό δεν χάλαγε), το πέταγαν στο ποτάμι. Κάποτε το κράταγαν 7 χρόνια, μέχρι ο κρόκος του να γίνει σαν κεχριμπάρι και το είχαν σαν φυλακτό για τις έγκυες. Αυτό το αβγό το έλεγαν Κρατητήρα.
Σε πολλά μέρη της Ελλάδας, οι νοικοκυρές, ανάλογα με τον αριθμό των μελών της οικογένειας, τοποθετούσαν σ' ένα κουτάκι τόσα αβγά και τα πήγαιναν στην εκκλησία το απόγευμα της Μ. Πέμπτης, για να πάρουν τη «θεία χάρη» από τα 12 ευαγγέλια που διαβάζονται εκείνο το βράδυ. Αυτά τα αβγά τα έλεγαν «ευαγγελισμένα» και τα άφηναν στην εκκλησία μέχρι το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, οπότε και τα έφερναν ξανά στο σπίτι τους. Τα τσόφλια των «ευαγγελισμένων» αβγών τα έριχναν στα χωράφια, στις ρίζες των δέντρων κι έλεγαν την ευχή: «να πιάσουν όλα τα φυτέματα».
Στην Κορώνη, τα Μεγαλοπεφτιάτικα αβγά τα φυλάνε και τα έτρωγαν όταν τους πονούσε ο λαιμός τους.
Στην Ύδρα, την βαφή των κόκκινων αβγών δεν τη έχυναν, γιατί πίστευαν πως έτσι δεν έδιωχναν την καλή τύχη των κοριτσιών τους.
Από το βράδυ της Ανάστασης κι ύστερα, οι πιστοί τσουγκρίζουν τα κόκκινα αυγά, από εκδήλωση χαράς, ευχόμενοι: «Χριστός Ανέστη», κι αντεύχονται «Αληθώς Ανέστη».
Στην ΚΕΡΚΥΡΑ, το πρωί του Μ. Σαββάτου, μετά την περιφορά του σκηνώματος του Αγ. Σπυρίδωνα, στους δρόμους της πόλης, στις 11.00 ακριβώς, οι κάτοικοι πετούν απ' τα παράθυρά τους τις μπότιδες (πήλινα σκεύη). Ο θόρυβος που προκαλείται, δίνει το σύνθημα της πρώτης Ανάστασης. Κάτι ανάλογο γίνεται και στη Λευκάδα με το έθιμο «Το κομμάτι», όπως το αποκαλούν οι ντόπιοι.
Στο ΛΕΩΝΙΔΙΟ, τη νύχτα της Ανάστασης, μόλις ακουστεί το «Χριστός Ανέστη», ο ουρανός γεμίζει από εκατοντάδες αυτοσχέδια αερόστατα, που κατασκευάζουν οι κάτοικοι μόνοι τους, από κόκκινο χαρτί, σύρμα, καλάμι και στουπί. Επίσης οι «αφανοί», δηλ. μεγάλες φωτιές, που καίνε τον Ιούδα, συμπληρώνουν την ατμόσφαιρα.
«ΡΟΥΚΕΤΟΠΟΛΕΜΟΣ». Έθιμο από τα χρόνια της τουρκοκρατίας στο Βροντάδο της Χίου. Από παλιά στο χωριό αυτό, ανάμεσα στις εκκλησίες του Αγίου Μάρκου και την Παναγία Ερυθεανή υπήρχε ένας ανταγωνισμός με την καλή βέβαια έννοια. Αυτή την αγάπη τους, οι ενορίτες των 2 αυτών εκκλησιών, την εκδηλώνουν το βράδυ της Ανάστασης, με ρουκέτες προσπαθώντας να «κανέψουν» (να στοχεύσουν) ο ένας την εκκλησία του άλλου. Στις 12 τα μεσάνυχτα που θα σημάνουν οι καμπάνες, οι ρουκέτες θα σχίσουν τον ουρανό, σκορπώντας τη μυρωδιά του καπνού με τους χαρακτηριστικούς ήχους της απογείωσής τους. Και όταν τελειώνει ο πόλεμος, χωρίς νικητές και χαμένους, τσουγκρίζουν τα αυγά της «αγάπης» και αρχίζει το γλέντι.
«ΛΑΜΠΡΟΚΕΡΙΑ». Σε πολλά χωριά, οι κάτοικοι έχουν έθιμο να πλάθουν μόνοι τους τα λαμπριάτικα κεριά, δηλ. τις λαμπάδες της Λαμπρής, από αγνό κερί. Τη λαμπάδα που ανάβουν το βράδυ της Ανάστασης, τη φέρνουν άσβηστη στο σπίτι τους, «για το καλό» και ανάβουν μ' αυτήν το καντήλι, σχηματίζουν δε με τη κάπνα της ένα σταυρό στο πάνω μέρος της εξώπορτας του σπιτιού.
ΚΟΥΛΟΥΡΙΑ & ΨΩΜΙΑ ΛΑΜΠΡΗΣ. Τa φτιάχνουν τη Μεγάλη Εβδομάδα. Τa ζυμώνουν με διάφορα μυρωδικά, προσθέτουν μαστίχα, γλυκάνισο, ζουμί από βρασμένα δαφνόφυλλα & τις στολίζουν με αμύγδαλα, σουσάμι και στολίδια φτιαγμένα με το ζυμάρι. Τις πλάθουν στρογγυλές ή μακρουλές και στη μέση τοποθετούν ένα κόκκινο αυγό.
Ο ΛΑΜΠΡΙΑΤΗΣ ή ΠΑΣΧΑΤΗΣ. Είναι το σουβλιστό (κυρίως) αρνί που προορίζεται για το πασχαλινό τραπέζι. Σφάζεται το Μ. Σάββατο. Έπρεπε να είναι άσπρο, αρτιμελές, γερό και στολιζόταν με κόκκινη κορδέλα, για να ξεχωρίζει από τα άλλα. Με το αίμα του σταυρωνόταν τα μέτωπα των παιδιών και το ανώφλι της πόρτας για το καλό και την υγεία.
«Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ» (Αράχοβα). Την ημέρα του Αγίου Γεωργίου, οι γέροντες, μετά τη θεία λειτουργία, πηγαίνουν σ' έναν απότομο ανήφορο γεμάτο κροκάλες και παραβγαίνουν κι όποιος νικήσει παίρνει ένα αρνί. Μετά τον αγώνα γίνεται χορός και κατόπιν βγάζουν την εικόνα, αφού ακουστούν κανονιές.
ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΗΝ 1ΑΠΡΙΛΙΑ:
Ο βαρόνος Μινχάουζεν ήταν ο μεγαλύτερος ψεύτης όλων των εποχών. Με περιπετειώδη ζωή -συμμετείχε σχεδόν σε όλους τους πολέμους των Ρώσων εναντίον των Τούρκων κατά τον 18ο αιώνα- μετά την απόσυρσή του στα κτήματά του το 1760, έγινε διάσημος ως αφηγητής απίθανων ιστοριών για τη ζωή του ως στρατιώτη, κυνηγού και αθλητή. Ιστορίες που αποτέλεσαν το υλικό για το πρώτο βιβλίο με τις περιπέτειες του του Ρούντολφ Έριχ Ράσπε το 1785.
Κατερίνα Μάτσου.
Στη ΣΎΜΗ τον Απρίλη ανάβουν φωτιές και πηδώντας λένε: «Έξω ψύλλοι και κοριοί και μεγάλοι ποντικοί» . Στη ΘΡΆΚΗ το πρωταπριλιάτικο νερό της βροχής θεωρείται ευεργετικό για τις «θερμές» (πυρετούς) . Στη ΚΎΠΡΟ δεν απλώνουν ρούχα την 1η Πέμπτη του Απρίλη («πρωτόπεφτο»), ούτε βγάζουν έξω από το σπίτι εργαλεία, γιατί καταστρέφεται η καλή τύχη του σπιτιού, «αναθεμελιώνεται». Την ημέρα αυτή δεν κάνει να σκάψει κάποιος, γιατί «σκάφτει το λάκκο του».
«ΑΝΑΠΙΑΣΜΑ». Τη Μ. Τετάρτη, οι νοικοκυρές ανάπιαναν (=ανανέωναν) το προζύμι για το ζύμωμα του ψωμιού όλης της χρονιάς.
ΒΑΨΙΜΟ ΑΒΓΩΝ. Το έθιμο αυτό το πήραμε μάλλον από τους Εβραίους, αφού κι αυτοί γιορτάζοντας το δικό τους Πάσχα, έκαναν κάτι αντίστοιχο. Τη Μ. Πέμπτη το πρωί, οι γυναίκες έβαφαν τα αβγά κόκκινα (στις περισσότερες περιοχές, γι' αυτό κι ο λαός μας την ονομάζει Κόκκινη Πέμπτη ή Κοκκινοπέφτη), ή πολύχρωμα. Για το κόκκινο χρώμα δίνουν διάφορες εξηγήσεις. Άλλοι λένε ότι θυμίζει το αίμα του Χριστού, άλλοι λένε ότι είναι το χρώμα της χαράς κι άλλοι διηγούνται ότι όταν αναστήθηκε ο Χριστός, η πρώτη που τον είδε, ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή. Έτρεξε να το αναγγείλει στους μαθητές του. Την ώρα εκείνη συνάντησε μια γνωστή της γυναίκα που γύριζε από το κοτέτσι, κρατώντας στην ποδιά της αβγά.
- Πού τρέχεις έτσι; Τη ρώτησε η γυναίκα.
- Τρέχω να πω στους μαθητές του Κυρίου, πως εκείνος αναστήθηκε, απάντησε η Μαγδαληνή.
- Δεν το πιστεύω. Θα το πιστέψω μόνο όταν αυτά τα αβγά που μάζεψα, γίνουν κόκκινα.
Το πρώτο που έβαφαν, είχε ξεχωριστεί σημασία για τη νοικοκυρά. Το ονόμαζαν «το αβγό της Παναγιάς» και το έβαζαν στο εικονοστάσι. Το παλιό, που είχαν κρατήσει από την προηγούμενη χρονιά (λένε μάλιστα ότι αυτό το αυγό δεν χάλαγε), το πέταγαν στο ποτάμι. Κάποτε το κράταγαν 7 χρόνια, μέχρι ο κρόκος του να γίνει σαν κεχριμπάρι και το είχαν σαν φυλακτό για τις έγκυες. Αυτό το αβγό το έλεγαν Κρατητήρα.
Σε πολλά μέρη της Ελλάδας, οι νοικοκυρές, ανάλογα με τον αριθμό των μελών της οικογένειας, τοποθετούσαν σ' ένα κουτάκι τόσα αβγά και τα πήγαιναν στην εκκλησία το απόγευμα της Μ. Πέμπτης, για να πάρουν τη «θεία χάρη» από τα 12 ευαγγέλια που διαβάζονται εκείνο το βράδυ. Αυτά τα αβγά τα έλεγαν «ευαγγελισμένα» και τα άφηναν στην εκκλησία μέχρι το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, οπότε και τα έφερναν ξανά στο σπίτι τους. Τα τσόφλια των «ευαγγελισμένων» αβγών τα έριχναν στα χωράφια, στις ρίζες των δέντρων κι έλεγαν την ευχή: «να πιάσουν όλα τα φυτέματα».
Στην Κορώνη, τα Μεγαλοπεφτιάτικα αβγά τα φυλάνε και τα έτρωγαν όταν τους πονούσε ο λαιμός τους.
Στην Ύδρα, την βαφή των κόκκινων αβγών δεν τη έχυναν, γιατί πίστευαν πως έτσι δεν έδιωχναν την καλή τύχη των κοριτσιών τους.
Από το βράδυ της Ανάστασης κι ύστερα, οι πιστοί τσουγκρίζουν τα κόκκινα αυγά, από εκδήλωση χαράς, ευχόμενοι: «Χριστός Ανέστη», κι αντεύχονται «Αληθώς Ανέστη».
Στην ΚΕΡΚΥΡΑ, το πρωί του Μ. Σαββάτου, μετά την περιφορά του σκηνώματος του Αγ. Σπυρίδωνα, στους δρόμους της πόλης, στις 11.00 ακριβώς, οι κάτοικοι πετούν απ' τα παράθυρά τους τις μπότιδες (πήλινα σκεύη). Ο θόρυβος που προκαλείται, δίνει το σύνθημα της πρώτης Ανάστασης. Κάτι ανάλογο γίνεται και στη Λευκάδα με το έθιμο «Το κομμάτι», όπως το αποκαλούν οι ντόπιοι.
Στο ΛΕΩΝΙΔΙΟ, τη νύχτα της Ανάστασης, μόλις ακουστεί το «Χριστός Ανέστη», ο ουρανός γεμίζει από εκατοντάδες αυτοσχέδια αερόστατα, που κατασκευάζουν οι κάτοικοι μόνοι τους, από κόκκινο χαρτί, σύρμα, καλάμι και στουπί. Επίσης οι «αφανοί», δηλ. μεγάλες φωτιές, που καίνε τον Ιούδα, συμπληρώνουν την ατμόσφαιρα.
«ΡΟΥΚΕΤΟΠΟΛΕΜΟΣ». Έθιμο από τα χρόνια της τουρκοκρατίας στο Βροντάδο της Χίου. Από παλιά στο χωριό αυτό, ανάμεσα στις εκκλησίες του Αγίου Μάρκου και την Παναγία Ερυθεανή υπήρχε ένας ανταγωνισμός με την καλή βέβαια έννοια. Αυτή την αγάπη τους, οι ενορίτες των 2 αυτών εκκλησιών, την εκδηλώνουν το βράδυ της Ανάστασης, με ρουκέτες προσπαθώντας να «κανέψουν» (να στοχεύσουν) ο ένας την εκκλησία του άλλου. Στις 12 τα μεσάνυχτα που θα σημάνουν οι καμπάνες, οι ρουκέτες θα σχίσουν τον ουρανό, σκορπώντας τη μυρωδιά του καπνού με τους χαρακτηριστικούς ήχους της απογείωσής τους. Και όταν τελειώνει ο πόλεμος, χωρίς νικητές και χαμένους, τσουγκρίζουν τα αυγά της «αγάπης» και αρχίζει το γλέντι.
«ΛΑΜΠΡΟΚΕΡΙΑ». Σε πολλά χωριά, οι κάτοικοι έχουν έθιμο να πλάθουν μόνοι τους τα λαμπριάτικα κεριά, δηλ. τις λαμπάδες της Λαμπρής, από αγνό κερί. Τη λαμπάδα που ανάβουν το βράδυ της Ανάστασης, τη φέρνουν άσβηστη στο σπίτι τους, «για το καλό» και ανάβουν μ' αυτήν το καντήλι, σχηματίζουν δε με τη κάπνα της ένα σταυρό στο πάνω μέρος της εξώπορτας του σπιτιού.
ΚΟΥΛΟΥΡΙΑ & ΨΩΜΙΑ ΛΑΜΠΡΗΣ. Τa φτιάχνουν τη Μεγάλη Εβδομάδα. Τa ζυμώνουν με διάφορα μυρωδικά, προσθέτουν μαστίχα, γλυκάνισο, ζουμί από βρασμένα δαφνόφυλλα & τις στολίζουν με αμύγδαλα, σουσάμι και στολίδια φτιαγμένα με το ζυμάρι. Τις πλάθουν στρογγυλές ή μακρουλές και στη μέση τοποθετούν ένα κόκκινο αυγό.
Ο ΛΑΜΠΡΙΑΤΗΣ ή ΠΑΣΧΑΤΗΣ. Είναι το σουβλιστό (κυρίως) αρνί που προορίζεται για το πασχαλινό τραπέζι. Σφάζεται το Μ. Σάββατο. Έπρεπε να είναι άσπρο, αρτιμελές, γερό και στολιζόταν με κόκκινη κορδέλα, για να ξεχωρίζει από τα άλλα. Με το αίμα του σταυρωνόταν τα μέτωπα των παιδιών και το ανώφλι της πόρτας για το καλό και την υγεία.
«Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ» (Αράχοβα). Την ημέρα του Αγίου Γεωργίου, οι γέροντες, μετά τη θεία λειτουργία, πηγαίνουν σ' έναν απότομο ανήφορο γεμάτο κροκάλες και παραβγαίνουν κι όποιος νικήσει παίρνει ένα αρνί. Μετά τον αγώνα γίνεται χορός και κατόπιν βγάζουν την εικόνα, αφού ακουστούν κανονιές.
ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΗΝ 1ΑΠΡΙΛΙΑ:
Ο βαρόνος Μινχάουζεν ήταν ο μεγαλύτερος ψεύτης όλων των εποχών. Με περιπετειώδη ζωή -συμμετείχε σχεδόν σε όλους τους πολέμους των Ρώσων εναντίον των Τούρκων κατά τον 18ο αιώνα- μετά την απόσυρσή του στα κτήματά του το 1760, έγινε διάσημος ως αφηγητής απίθανων ιστοριών για τη ζωή του ως στρατιώτη, κυνηγού και αθλητή. Ιστορίες που αποτέλεσαν το υλικό για το πρώτο βιβλίο με τις περιπέτειες του του Ρούντολφ Έριχ Ράσπε το 1785.
Αν ο βαρόνος Μινχάουζεν ζούσε σήμερα, θα ήταν πολύ χαρούμενος που από τις 365 μέρες του χρόνου υπάρχει μία αποκλειστικά αφιερωμένη στο ψέμα. Η 1η Απριλίου έχει καθιερωθεί σε παγκόσμια κλίμακα ως η μέρα που λέγονται αβλαβή ψέματα, λόγω ενός εθίμου που χρονολογείται από τον 16ο αιώνα κι οι παλαιότεροι θυμούνται ακόμα την αναστάτωση που είχε προκαλέσει την πρωταπριλιά του 1947 η είδηση του θανάτου του βασιλιά Γεωργίου του Β΄. Μέχρι την επίσημη επιβεβαίωση της είδησης πολλοί έλεγαν πως το νέο ήταν ένα πρωταπριλιάτικο ψέμα. Ο Γεώργιος είχε επανέλθει στον ελληνικό θρόνο στις 27 Σεπτεμβρίου 1946 κι ο ξαφνικός θάνατός του έξι μήνες αργότερα αναστάτωσε την ελληνική κοινωνία.
Το έθιμο για ψέματα την πρωταπριλιά ξεκίνησε από τη Γαλλία το 1564. Μέχρι τότε η πρωτοχρονιά των Γάλλων ήταν η 1η Απριλίου. Το 1564 ο βασιλιάς Κάρολος ο 9ου αποφάσισε να ακολουθήσει και η Γαλλία τη συνήθεια που είχαν όλες οι χώρες της Ευρώπης να γιορτάζουν την πρώτη μέρα του χρόνου την 1η Ιανουαρίου. Η απόφαση αυτή συνάντησε έντονες αντιδράσεις από ορισμένους ένθερμους οπαδούς του παλιού εθίμου, οι οποίοι επέμεναν σε πείσμα όλων να γιορτάζουν σαν πρωτοχρονιά την πρωταπριλιά. Οι άλλοι, που δέχτηκαν την αλλαγή, πείραζαν τους …«παραδοσιακούς» με κάλπικα πρωτοχρονιάτικα δώρα και πιπεράτα ψέματα για να τους κοροϊδέψουν. Το πείραγμα αυτό μετατράπηκε με τον καιρό σε έθιμο.
Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή, το έθιμο ξεκίνησε από τους Κέλτες. Λαός της βορειοδυτικής Ευρώπης, οι Κέλτες ήταν δεινοί ψαράδες. Η εποχή του ψαρέματος ξεκινούσε την 1η Απριλίου. Όσο καλοί ψαράδες όμως και να ήταν, την εποχή αυτή του χρόνου τα ψάρια πιάνονται δύσκολα. Έτσι και αυτοί, όπως προστάζει ο «κώδικας δεοντολογίας» των ψαράδων όλων των εποχών, έλεγαν ψέματα σχετικά με τα πόσα ψάρια είχαν πιάσει. Η συνήθεια αυτή έγινε με το πέρασμα του χρόνου έθιμο.
Σύμφωνα με άλλους μελετητές, οι πρωταπριλιάτικες φάρσες οφείλουν την ύπαρξή τους στη γιορτή της «Kοροϊδίας και του Ξεγελάσματος» της ρωμαϊκής Θεάς «Venus Aprilis», δηλαδή της Aπριλίου Aφροδίτης, που έδινε το έναυσμα για απελευθέρωση του πνεύματος ταυτόχρονα με την οργιώδη απελευθέρωση της φύσης. Κάποιοι ακόμα υποστηρίζουν ότι τα πρωταπριλιάτικα ψέματα έχουν σχέση με την Μάγια την Ινδή θεά του έρωτα.
Το ψέμα της Πρωταπριλιάς στην Ελλάδα
Το έθιμο αυτό ήρθε και στην Ελλάδα, όπου απέκτησε γρήγορα μια ελληνική χροιά. Η βασική ιδέα παρέμεινε η ίδια. Λέμε αθώα ψέματα με σκοπό να ξεγελάσουμε το θύμα μας. Σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας, θεωρούν ότι όποιος καταφέρει να ξεγελάσει τον άλλο, θα έχει την τύχη με το μέρος του όλη την υπόλοιπη χρονιά, ενώ το θύμα θα έχει γρουσουζιά όλο τον υπόλοιπο χρόνο. Στη Θράκη το βρόχινο νερό της πρωταπριλιάς θεωρείται θεραπευτικό και γι’ αυτό το μαζεύουν και πίνει απ’ αυτό ο άρρωστος.
Στην Κομοτηνή, την παλιά Γκιουμουλτζίνα, λέγανε πως την πρωταπριλιά το είχαν σε καλό να γελούν, «για να γίνουν τα κουκούλια τους», όταν είχαν σηροτροφία (εκτροφή μεταξοσκωλήκων). Στην Τζαντώ της Ανατολικής Θράκης, είχανε σε καλό να γελάσουν τον άλλον, για να κάνουν τα δέντρα καρπό. Στην Άνδρο λένε ψέματα την 1η του Μάρτη, όπως και στην Κοζάνη συνηθιζόταν.
Σύμφωνα με το λαογράφο Δημήτριο Λουκάτο το έθιμο αυτό αποτελεί ένα σκόπιμο «ξεγέλασμα των βλαπτικών δυνάμεων που θα εμπόδιζαν την όποια παραγωγή», όπως είναι η αρχή του μήνα, τόσο το Μάρτη, όσο και τον Απρίλη, υποχρεώνοντας πολλούς να λαμβάνουν διάφορα «αντίμετρα». Επίσης και ο μεγάλος Έλληνας λαογράφος Γεώργιος Μέγας συμφωνεί πως η πρωταπριλιάτικη «ψευδολογία» παραπλανά ελλοχεύουσες δυνάμεις του κακού, έτσι ώστε να θεωρείται από τον λαό ως σημαντικός όρος μαγνητικής ενέργειας (έλξης ή αποτροπής) για μια επικείμενη επιτυχία.
Διάσημα Ψέματα
Στο παιχνίδι του πρωταπριλιέτικου ψέματος μπήκαν από νωρίς και τα Μ.Μ.Ε., έντυπα και ηλεκτρονικά, που κάθε 1η Απριλίου «ξεγελούν» τους αναγνώστες, θεατές και ακροατές τους με μία ψεύτικη είδηση, που παρά το αθώο της πρόθεσής της, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές αναστατώσεις, αν δε διαψευστεί εγκαίρως.
Το πρώτο πρωταπριλιάτικο ψέμα εφημερίδας, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Evening Star» στις 31 Μαρτίου 1846. Η εφημερίδα ανήγγειλε στους αναγνώστες της ότι την επόμενη θα γινόταν μεγάλη έκθεση γαϊδάρων στην αίθουσα του Γεωργικού Ινστιτούτου Ίσλιγκτον στο Βόρειο Λονδίνο. Πολύ κόσμος, κτηνίατροι, φιλόζωοι και απλοί περίεργοι συγκεντρώθηκαν εκεί όπου πολύ αργά κατάλαβαν ότι είχαν πέσει θέματα πρωταπριλιάτικης φάρσας.
Το 1878 η εφημερίδας «Graphic» της Nέας Yόρκης ανακοινώνει πανηγυρικά ότι ο Τόμας Έντισον, ο περισσότερο παραγωγικός εφευρέτης της σύγχρονης εποχής, πατέρας του μικροφώνου, του φωνόγραφου και του ηλεκτρικού λαμπτήρα, «έκανε και πάλι το θαύμα του»! «Μια μηχανή που μετατρέπει το χώμα σε δημητριακά και το νερό σε κρασί με μία μόνο κίνηση. Το πρόβλημα της παγκόσμιας πείνας λύθηκε», γράφει η είδηση, την οποία αναπαράγουν έντυπα σε ολόκληρη την Αμερική, «ευλογώντας» τον Eντισον για την πολύτιμη προσφορά του στην ανθρωπότητα. H απογοήτευση, αλλά και η ντροπή των συντηρητικών εφημερίδων που είχαν αφιερώσει εκτενείς εγκωμιαστικές στήλες στη νέα «εφεύρεση» είναι μεγάλη, όταν διαπιστώνουν πως επρόκειτο απλά για ένα πρωταπριλιάτικο ψέμα της «Graphic».
Το 1976 ο Βρετανός αστρονόμος Patrick Moore ανακοίνωσε στο ραδιόφωνο του B.B.C. ότι στις 09:47 εκείνης της ημέρας θα συνέβαινε ένα γεγονός το οποίο κάθε άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να ζήσει μόνο μια φορά στη ζωή του. O πλανήτης Πλούτωνας θα διερχόταν δίπλα από τον Kρόνο, προκαλώντας μια στιγμιαία ευθυγράμμιση της βαρύτητας. O Moore είπε στους ακροατές πως αν χοροπηδούσαν στον αέρα στις 22:47 ακριβώς θα αιωρούνταν για μερικά δευτερόλεπτα. Το B.B.C. δέχτηκε εκείνο το βράδυ εκατοντάδες τηλεφωνήματα από ακροατές οι οποίοι παραδέχονταν ενθουσιασμένοι ότι βίωσαν στ’ αλήθεια τη μοναδική εμπειρία!
Το έθιμο της Πρωταπριλιάς στα Μ.Μ.Ε. είναι πλέον συνήθεια και στη χώρα μας. Η τήρηση του εθίμου είναι γεγονός ταυτόσημο με την έναρξη του ελληνικού Τύπου, καθώς συναντάμε πολλά τέτοια «ψέματα» στα έντυπα όλων των εποχών, γνωρίζοντας ιδιαίτερη άνθηση μετά το 1974, όταν πλέον επικράτησε άπλετη ελευθερία στον Τύπο.
Το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ‘80 η ΑΥΡΙΑΝΗ έγραφε για τον αφορισμό του Αντώνη Τρίτση από την Ιερά Σύνοδο, η ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ βούλιαζε το «Σισμίκ» στην Τένεδο, η ΠΡΩΤΗ το έφερνε στο Τουρκολίμανο, ενώ για τη ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ η κυβέρνηση έβγαζε -επιτέλους- τη χώρα μας από το ΝΑΤΟ. Το 1987 στην κρατική τηλεόραση και στην εκπομπή ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΑ, που παρουσίαζε η Έλενα Ακρίτα, παρουσιάστηκε ένας τύπος ο οποίος έλεγε ότι είχε ανακαλύψει ένα φάρμακο το οποίο θεράπευε τα πάντα -και φυσικά και τον καρκίνο. Όπως είναι κατανοητό, προκλήθηκε σάλος που οδήγησε τους υπεύθυνους της εκπομπής να ζητήσουν συγγνώμη για τον πανικό που προκάλεσαν. Την ίδια ημέρα η Γενική Γραμματεία Τύπου είχε αναγκαστεί να εκδώσει ανακοίνωση για να διαψεύσει ένα χαρτί που είχε φτάσει σε όλες τις εφημερίδες, το οποίο έλεγε ότι ο πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου σε συνάντησή του με τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Χρίστο Σαρτζετάκη είχε ζητήσει από τον τελευταίο τη διενέργεια εκλογών.
Όποια εκδοχή κι αν πάρουμε ως επικρατέστερη για τη δημιουργία του εθίμου εκείνο που έχει σημασία είναι ότι από το 16ο αιώνα μέχρι σήμερα το πρωταπριλιά¬τικο ψέμα έχει καθιερωθεί σαν ένα δημοφιλέστατο παγκόσμιο έθιμο, που τηρούμε ευλαβικά όλοι κάθε χρόνο. Ίσως από την ανάγκη του ανθρώπου να σπάσει λίγο η ρουτίνα της ζωής του και να ξεφύγει από την καθημερινότητα, ίσως γιατί το γέλιο στον κόσμο σήμερα, μέσα στα τόσα προ-βλήματα, έχει γίνει αρκετά σπάνιο και με το έθιμο του πρω¬ταπριλιάτικου ψέματος, βρίσκει την ευκαιρία να εκτονωθεί. Το πρωταπριλιάτικο ψέμα παραμένει, γιατί ο κόσμος το βρίσκει διασκευαστικό και ευχάριστο και γιατί αισθάνεται την ανάγκη να γελάσει και να περιπαίξει ο ένας τον άλλον με αβλαβή, αθώα ψέματα.
Κατερίνα Μάτσου.
ΜΑΡΤΙΟΣ - ΕΘΙΜΑ - ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Ο Μάρτης λέγεται Βλάσταρος και Ανοιξιάτης, γιατί είναι ο μήνας που φέρνει την άνοιξη. Στις 21 Μαρτίου έχουμε την εαρινή ισημερία, δηλαδή ίση διάρκεια της ημέρας και της νύχτας.
Ο άστατος καιρός είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα του Μάρτη, του Γδάρτη και Παλουκοκαύτη, όπως έλεγαν το Μάρτιο τα παλιά χρόνια , που τα σπίτια ζεσταίνονταν με τζάκια και ξυλόσομπες.
Τον λέγανε και Δίγαμο: «Ο Μάρτης έχει δύο γυναίκες, τη μία πολύ όμορφη και φτωχή, την άλλη πολύ άσχημη και πολύ πλούσια. Ο Μάρτης κοιμάται στη μέση. Όταν γυρίζει από την άσχημη, κατσουφιάζει, μαυρίζει και σκοτιδιάζει όλος ο κόσμος, γι' αυτό παλουκοκαύτης. Όταν γυρίζει από την όμορφη, γελάει, χαίρεται και λάμπει όλος ο κόσμος».
Άλλοι υποστηρίζουν πως ο Μάρτης τη γυναίκα που παντρεύτηκε, από μπροστά ήταν πολύ άσχημη, ενώ από πίσω ήταν πολύ όμορφη! Όταν ο Μάρτης τη βλέπει κατά πρόσωπο κλαίει και ο καιρός χαλάει. Όταν την κοιτάζει από τις πλάτες ευχαριστιέται και ο καιρός καλοσυνεύει. Γι αυτό και η παροιμία λέει: «Ο Μάρτης πότε κλαίει και πότε γελάει». Επειδή είναι άστατος λέγεται πεντάγνωμος «Ο Μάρτης ώρα βρέχει και χιονίζει κι ώρα μαρτολουλουδίζε».
Με όλα αυτά ο Μάρτης είναι περισσότερο ανοιξιάτικος παρά χειμωνιάτικος μήνας για αυτό λέγεται και ανοιξιάτης. Ζευγαρωμένος με τον διάδοχο του, τον Απρίλη, ως Μαρτάπριλο ή Απριλομάρτη, μας φέρνουν τα λουλούδια και τα στάχυα «Ο Μάρτης με τα λούλουδα και ο Απρίλης με τα στάχυα». Τότε βγαίνουν τα μαρτολούλουδα ή μαρτιλάκια, μαρτοπούλια ή μαρτακούδια. Ο Μάρτης έχει τα πρωτεία της άνοιξης αφού από τις εννέα του Μαρτίου τα φίδια ξεναρκώνονται για να χαρούν τη φύση.
Στον Πόντο τον θεωρούσαν σαν μην κακότροπο με τις κάθε τόσες κακοκαιρίες του, όπως λέει το παρακάτω γνωμικό:
«Ο Μάρτης φερ τα χελιδόνια κελαηδούν και λυν΄ τα χόνε»
ή
«Ο Μάρτης όταν μαρτεύκεται, καλοκαιρίαν μυρίζει κι΄ όταν παραχολάσχεται τον Κούντουρου δαβαίνει».
Εκτός από τους παραπάνω στίχους, υπήρχε και η έκφραση: «Εγέλασεν και ο Μάρτης» αφορά ανθρώπους δύσθυμους, που έχουν πάντα τα μπουρίνια τους και ευδοκούν καμία φορά να γελάσουν και να αστειευθούν. Τους τέτοιους συνήθως τους ονόμαζαν «ο αγέλαστον ο Μάρτ΄ς».
Τον θεωρούσανε για μήνα που φέρνει διάφορες αρρώστιες και πολλούς θανάτους. Ιδιαίτερα ξεκαθάριζε τους φυματικούς:
«Ο Μάρτ΄ς χωρίζ΄ κ σετσεύ΄ τ΄ ανθρώπ΄ς Ας πέραν αποπάν - ατ ο Μάρτ΄ς κ΄επεκεί ελέπομε».
Επίσης ονομάζεται Βαγγελιώτης λόγω της γιορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Η λαϊκή φαντασία του έδωσε ένα σωρό παρατσούκλια, όπως κλαψομάρτης, πενταγιόματος και άλλα δηλωτικά της φυσιογνωμίας του, που έχουν σχέση με ιδιότητες ή πράξεις που του αποδίδονται.
Στην ορεινή Πελοπόννησο το Μάρτη τον λένε πεντεγιόματο.
Το παρωνύμιο γίνεται από το πέντε και «γιόμα» που σημαίνει γεύμα. Ίσως επειδή η ημέρα του Μάρτη μεγαλώνει πολύ και οι ξωμάχοι που παλιά δούλευαν από τα χαράματα μέχρι το σούρουπο, ήθελαν να τρώνε πέντε φορές την ημέρα.
Λέγεται άλλωστε στα χωριά της ορεινής Κορινθίας το ανέκδοτο ότι κάποιος χτίστης Βαρβαρίτης (από την Αγία Βαρβάρα Καλαβρύτων) στη συμφωνία που έκλεισε με κάποιο νοικοκύρη για να του χτίσει το σπίτι, έβαλε μέσα και τα πέντε «γιόματα».
Και για να μη βαρυφανεί του νοικοκύρη του τόφερνε πιο απαλά:
«θα μας ταΐζεις λίγο το πρωί, μετά λίγο κολατσιό, το μεσημέρι θα τρώμε καλά, το απόγεμα θα τσιμπάμε κάτι λίγο και μετά θα ματατρώμε το βράάάδι πάλι, με τις τριφτάδες μαζί μια κι όξω». Εκτός από το «λίγο» μ' εκείνο το μακρόσυρτο «βράάάδι» ήθελε να δείξει ότι του έκανε και χάρη που θα αργούσαν τόσο να ξαναφάνε.
Ο άστατος καιρός είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα του Μάρτη, του Γδάρτη και Παλουκοκαύτη, όπως έλεγαν το Μάρτιο τα παλιά χρόνια , που τα σπίτια ζεσταίνονταν με τζάκια και ξυλόσομπες.
Τον λέγανε και Δίγαμο: «Ο Μάρτης έχει δύο γυναίκες, τη μία πολύ όμορφη και φτωχή, την άλλη πολύ άσχημη και πολύ πλούσια. Ο Μάρτης κοιμάται στη μέση. Όταν γυρίζει από την άσχημη, κατσουφιάζει, μαυρίζει και σκοτιδιάζει όλος ο κόσμος, γι' αυτό παλουκοκαύτης. Όταν γυρίζει από την όμορφη, γελάει, χαίρεται και λάμπει όλος ο κόσμος».
Άλλοι υποστηρίζουν πως ο Μάρτης τη γυναίκα που παντρεύτηκε, από μπροστά ήταν πολύ άσχημη, ενώ από πίσω ήταν πολύ όμορφη! Όταν ο Μάρτης τη βλέπει κατά πρόσωπο κλαίει και ο καιρός χαλάει. Όταν την κοιτάζει από τις πλάτες ευχαριστιέται και ο καιρός καλοσυνεύει. Γι αυτό και η παροιμία λέει: «Ο Μάρτης πότε κλαίει και πότε γελάει». Επειδή είναι άστατος λέγεται πεντάγνωμος «Ο Μάρτης ώρα βρέχει και χιονίζει κι ώρα μαρτολουλουδίζε».
Με όλα αυτά ο Μάρτης είναι περισσότερο ανοιξιάτικος παρά χειμωνιάτικος μήνας για αυτό λέγεται και ανοιξιάτης. Ζευγαρωμένος με τον διάδοχο του, τον Απρίλη, ως Μαρτάπριλο ή Απριλομάρτη, μας φέρνουν τα λουλούδια και τα στάχυα «Ο Μάρτης με τα λούλουδα και ο Απρίλης με τα στάχυα». Τότε βγαίνουν τα μαρτολούλουδα ή μαρτιλάκια, μαρτοπούλια ή μαρτακούδια. Ο Μάρτης έχει τα πρωτεία της άνοιξης αφού από τις εννέα του Μαρτίου τα φίδια ξεναρκώνονται για να χαρούν τη φύση.
Στον Πόντο τον θεωρούσαν σαν μην κακότροπο με τις κάθε τόσες κακοκαιρίες του, όπως λέει το παρακάτω γνωμικό:
«Ο Μάρτης φερ τα χελιδόνια κελαηδούν και λυν΄ τα χόνε»
ή
«Ο Μάρτης όταν μαρτεύκεται, καλοκαιρίαν μυρίζει κι΄ όταν παραχολάσχεται τον Κούντουρου δαβαίνει».
Εκτός από τους παραπάνω στίχους, υπήρχε και η έκφραση: «Εγέλασεν και ο Μάρτης» αφορά ανθρώπους δύσθυμους, που έχουν πάντα τα μπουρίνια τους και ευδοκούν καμία φορά να γελάσουν και να αστειευθούν. Τους τέτοιους συνήθως τους ονόμαζαν «ο αγέλαστον ο Μάρτ΄ς».
Τον θεωρούσανε για μήνα που φέρνει διάφορες αρρώστιες και πολλούς θανάτους. Ιδιαίτερα ξεκαθάριζε τους φυματικούς:
«Ο Μάρτ΄ς χωρίζ΄ κ σετσεύ΄ τ΄ ανθρώπ΄ς Ας πέραν αποπάν - ατ ο Μάρτ΄ς κ΄επεκεί ελέπομε».
Επίσης ονομάζεται Βαγγελιώτης λόγω της γιορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Η λαϊκή φαντασία του έδωσε ένα σωρό παρατσούκλια, όπως κλαψομάρτης, πενταγιόματος και άλλα δηλωτικά της φυσιογνωμίας του, που έχουν σχέση με ιδιότητες ή πράξεις που του αποδίδονται.
Στην ορεινή Πελοπόννησο το Μάρτη τον λένε πεντεγιόματο.
Το παρωνύμιο γίνεται από το πέντε και «γιόμα» που σημαίνει γεύμα. Ίσως επειδή η ημέρα του Μάρτη μεγαλώνει πολύ και οι ξωμάχοι που παλιά δούλευαν από τα χαράματα μέχρι το σούρουπο, ήθελαν να τρώνε πέντε φορές την ημέρα.
Λέγεται άλλωστε στα χωριά της ορεινής Κορινθίας το ανέκδοτο ότι κάποιος χτίστης Βαρβαρίτης (από την Αγία Βαρβάρα Καλαβρύτων) στη συμφωνία που έκλεισε με κάποιο νοικοκύρη για να του χτίσει το σπίτι, έβαλε μέσα και τα πέντε «γιόματα».
Και για να μη βαρυφανεί του νοικοκύρη του τόφερνε πιο απαλά:
«θα μας ταΐζεις λίγο το πρωί, μετά λίγο κολατσιό, το μεσημέρι θα τρώμε καλά, το απόγεμα θα τσιμπάμε κάτι λίγο και μετά θα ματατρώμε το βράάάδι πάλι, με τις τριφτάδες μαζί μια κι όξω». Εκτός από το «λίγο» μ' εκείνο το μακρόσυρτο «βράάάδι» ήθελε να δείξει ότι του έκανε και χάρη που θα αργούσαν τόσο να ξαναφάνε.
Τα έθιμα της παραμονής του Μάρτη στην Ήπειρο έχουν θέμα την αποπομπή του Χειμώνα, αφού από Μάρτη, καλοκαίρι:
Τον Φεβρουάριο υποδύεται άνθρωπος χωλός καβάλα εις γάιδαρον. Η πομπή των παιδιών που τον συνοδεύουν τραγουδεί:
Οξω, Κουτσοφλέβαρε
να 'ρθη ο Μάρτης
με χαρά και με πολλά λουλούδια. Οι νοικοκυρές αναφωνούν:
Τον Φεβρουάριο υποδύεται άνθρωπος χωλός καβάλα εις γάιδαρον. Η πομπή των παιδιών που τον συνοδεύουν τραγουδεί:
Οξω, Κουτσοφλέβαρε
να 'ρθη ο Μάρτης
με χαρά και με πολλά λουλούδια. Οι νοικοκυρές αναφωνούν:
Βγαίνει ο κακόχρονος
μπαίνει ο καλόχρονος
μέσα Μάρτης και χαρά
και καλή νοικοκυρά.
μπαίνει ο καλόχρονος
μέσα Μάρτης και χαρά
και καλή νοικοκυρά.
Την πρώτη μέρα του Μάρτη συνηθιζόταν από τα παλιά χρόνια νέοι και νέες να βγαίνουν στα χωράφια και με τη δρόσο των σπαρτών έπλεναν το πρόσωπό τους για να μη μαυρίσουν. Απέφευγαν τη δρόσο των σπαρτών κριθαριού, γιατί αυτή φέρει σπυριά (κριθαρκά) κάτω από τα βλέφαρα.
Άλλο έθιμο ήταν να δένουν γύρω από τον καρπό του δεξιού χεριού τους και γύρω
από το λαιμό τους κλωστή από χρωματιστά νήματα στριμμένα, κόκκινα, λευκά και χρυσά. Καμμιά φορά στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού για να μη σκοντάφτουν.
Η κλωστή λέγεται «Μάρτη» ή «Μαρτιά» ή «Μαρτίτση» και όποιος τη φοράει δεν μαυρίζει από τον ήλιο του Μάρτη και φοριέται μέχρι το Πάσχα.
Στο Λιδωρίκι την πρώτη του Μάρτη φορούσαν στο χέρι ή το δάχτυλο τον «μάρτη», μια κόκκινη και μια λευκη κλωστή για το καλό του μήνα, και το έβγαζαν στο τέλος του μήνα, αφήνοντάς το πάνω στα δέντρα για να το πάρουν τα χελιδόνια για τις φωλιές τους. Αλλού πάλι το δένουν στις λαμπάδες της Λαμπρής για να καούν μαζί.
Στα χωριά της Στυμφαλίας (Δροσοπηγή πρώην Μπάσι) εκτός από τους μάρτηδες που φοράνε, πρωί - πρωί την πρώτη του Μάρτη η νοικοκυρά αντί για άλλο πρωϊνό φτιάχνει χυλό με μπομπότα και πετιμέζι και τρώνε όλοι για να μην τους πιάσει ο Μάρτης. Τα παιδιά για περισσότερη προστασία βάζουν και λίγο και στη μύτη τους.
Σε άλλα μέρη έδιναν στα παιδιά τους αγόρια και κορίτσια να φάνε ένα μήλο
για να μη τους κάψει ο Μάρτης και για να έχουν γερά δόντια όλο το χρόνο.
Επίσης, τα μονοετή βρέφη λέγονταν πρωτομαρτούδκια και τα περιτυλίγουν με εφτά μάρτιδες, για να μείνουν άσπρα στη μορφή. Λέγανε ότι το παιδί που γεννιέται το Μάρτη είναι ευτυχισμένο. Μαρτούδκια λεγόντουσαν και τα τριχωτά σκουλήκια που γεννιούνται τον Μάρτη πάνω στα πεύκα σε αράχνες φωλιές και επειδή είναι επικίνδυνα οι άνθρωποι απέφευγαν το Μάρτιο τα πεύκα.
Άλλο έθιμο ήταν να δένουν γύρω από τον καρπό του δεξιού χεριού τους και γύρω
από το λαιμό τους κλωστή από χρωματιστά νήματα στριμμένα, κόκκινα, λευκά και χρυσά. Καμμιά φορά στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού για να μη σκοντάφτουν.
Η κλωστή λέγεται «Μάρτη» ή «Μαρτιά» ή «Μαρτίτση» και όποιος τη φοράει δεν μαυρίζει από τον ήλιο του Μάρτη και φοριέται μέχρι το Πάσχα.
Στο Λιδωρίκι την πρώτη του Μάρτη φορούσαν στο χέρι ή το δάχτυλο τον «μάρτη», μια κόκκινη και μια λευκη κλωστή για το καλό του μήνα, και το έβγαζαν στο τέλος του μήνα, αφήνοντάς το πάνω στα δέντρα για να το πάρουν τα χελιδόνια για τις φωλιές τους. Αλλού πάλι το δένουν στις λαμπάδες της Λαμπρής για να καούν μαζί.
Στα χωριά της Στυμφαλίας (Δροσοπηγή πρώην Μπάσι) εκτός από τους μάρτηδες που φοράνε, πρωί - πρωί την πρώτη του Μάρτη η νοικοκυρά αντί για άλλο πρωϊνό φτιάχνει χυλό με μπομπότα και πετιμέζι και τρώνε όλοι για να μην τους πιάσει ο Μάρτης. Τα παιδιά για περισσότερη προστασία βάζουν και λίγο και στη μύτη τους.
Σε άλλα μέρη έδιναν στα παιδιά τους αγόρια και κορίτσια να φάνε ένα μήλο
για να μη τους κάψει ο Μάρτης και για να έχουν γερά δόντια όλο το χρόνο.
Επίσης, τα μονοετή βρέφη λέγονταν πρωτομαρτούδκια και τα περιτυλίγουν με εφτά μάρτιδες, για να μείνουν άσπρα στη μορφή. Λέγανε ότι το παιδί που γεννιέται το Μάρτη είναι ευτυχισμένο. Μαρτούδκια λεγόντουσαν και τα τριχωτά σκουλήκια που γεννιούνται τον Μάρτη πάνω στα πεύκα σε αράχνες φωλιές και επειδή είναι επικίνδυνα οι άνθρωποι απέφευγαν το Μάρτιο τα πεύκα.
Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011
ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ
Ψυχοσάββατα Αποκριών
Τις Αποκριές μπορεί οι ζωντανοί να διασκεδάζουν και να χαίρονται τη ζωή, ωστόσο δεν ξεχνούν και τους πεθαμένους τους. Τα δύο τελευταία Σάββατα, δηλαδή της κρεατινής και της Τυρινής, και το πρώτο της Μεγάλης Σαρακοστής, αφιερωμένο στους Αγίους Θεοδώρους, τα λέμε Ψυχοσάββατα. Κάθε σπίτι φτιάχνει κόλλυβα με στάρι βρασμένο, που το ανακατεύουν με ζάχαρη, σπόρους από ρόδια, μαϊντανό, κανέλα, σταφίδες καρύδια κοπανισμένα,δηλαδή ένα είδος πανσπερμίας. Τα "διαβάζουν" στην εκκλησία και τα μοιράζουν για να συγχωρεθούν οι ψυχές των πεθαμένων, ή τα πηγαίνουν και τ αφήνουν σαν προσφορά στον τάφο του νεκρού, προσφέρονται επίσης πρόσφορα και ψυχούδια (μικρά αρτίδια). Σε μερικά μέρη μοιράζουν χαλβά ή φαγητά.
Τα Ψυχοσάββατα δεν λούζονταν, ούτε σκούπιζαν για να μην ενοχλούν τους νεκρούς.
Συνύπαρξη ζωής και θανάτου
Σύμφωνα με τις παγανιστικές αντιλήψεις οι ψυχές των νεκρών έπρεπε να εξευμενισθούν, για να δώσουν καρπό στη γη και να επιτρέψουν το ξεφάντωμα στους ζωντανούς.Στις αρχές περίπου του Μάρτη, που εμείς οι σημερινοί Έλληνες γιορτάζουμε τις Αποκριές, οι αρχαίοι Έλληνες γιόρταζαν τα Ανθεστήρια, τα οποία είχαν διπλό περιεχόμενο. Τα Ανθεστήρια ήταν η γιορτή των λουλουδιών, του κρασιού και του γλεντιού αλλά και ηγιορτή των νεκρών και των ψυχών.
Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν, ότι τη δεύτερη ημέρα των Ανθεστηρίων κατά τους λεγόμενους Χοές, άνοιγαν οι πόρτες του Άδη και οι νεκροί ανέβαιναν στον Απάνω Κόσμο, για να ξαναεπιστρέψουν την τρίτη ημέρα κατά τους Χύτρους.
Σ' αυτό το διάστημα της παραμονής των νεκρών ανάμεσα στους ζωντανούς, οι τελευταίοι έκαναν στους νεκρούς πολλές τιμές και τους τάιζαν με πανσπερμία δηλαδή ένα παρασκεύασμα από σπόρους δημητριακών και οσπρίων, κάτι σαν τα κόλλυβα.(Ακόμα και σήμερα μια Κυριακή του Φθινοπώρου, της Μισοσπορίτισας, κάνουν παρόμοιο κατασκεύασμα με ανακατεμένους σπόρους και τους πάνε στην εκκλησία για ευλογήσουν την νέα σπορά).
Συνύπαρξη ζωής και θανάτου
Σύμφωνα με τις παγανιστικές αντιλήψεις οι ψυχές των νεκρών έπρεπε να εξευμενισθούν, για να δώσουν καρπό στη γη και να επιτρέψουν το ξεφάντωμα στους ζωντανούς.Στις αρχές περίπου του Μάρτη, που εμείς οι σημερινοί Έλληνες γιορτάζουμε τις Αποκριές, οι αρχαίοι Έλληνες γιόρταζαν τα Ανθεστήρια, τα οποία είχαν διπλό περιεχόμενο. Τα Ανθεστήρια ήταν η γιορτή των λουλουδιών, του κρασιού και του γλεντιού αλλά και ηγιορτή των νεκρών και των ψυχών.
Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν, ότι τη δεύτερη ημέρα των Ανθεστηρίων κατά τους λεγόμενους Χοές, άνοιγαν οι πόρτες του Άδη και οι νεκροί ανέβαιναν στον Απάνω Κόσμο, για να ξαναεπιστρέψουν την τρίτη ημέρα κατά τους Χύτρους.
Σ' αυτό το διάστημα της παραμονής των νεκρών ανάμεσα στους ζωντανούς, οι τελευταίοι έκαναν στους νεκρούς πολλές τιμές και τους τάιζαν με πανσπερμία δηλαδή ένα παρασκεύασμα από σπόρους δημητριακών και οσπρίων, κάτι σαν τα κόλλυβα.(Ακόμα και σήμερα μια Κυριακή του Φθινοπώρου, της Μισοσπορίτισας, κάνουν παρόμοιο κατασκεύασμα με ανακατεμένους σπόρους και τους πάνε στην εκκλησία για ευλογήσουν την νέα σπορά).
Παρόμοια γιορτή των ψυχών βρίσκουμε και στους Πέρσες, στους Πρώσους και στους υπόλοιπους Ινδογερμανούς.
Η ημέρα των ψυχών και η πιθανή σύνδεσή της με την γιορτή των λουλουδιών και της άνοιξης είναι πολύ παλιά.
Ίσως Ινδογερμανική κληρονομιά - και ο Διόνυσος αργότερα μόνον, σαν Θεός της άνοιξης, συνδέθηκε με την γιορτή των νεκρών.
"Ανάθεμα που δούλευε τα τρία τα Σαββάτα,
το Κρεατινό, το Τυρινό, τ' αγίου Θεοδώρου!"
λένε εδώ στο Πήλιο, σε κάποια χωριά, για αυτά τα τρία Σάββατα -τα δυο τελευταία της Αποκριάς και το πρώτο της Σαρακοστής- καθώς θεωρούνται "Ψυχοσάββατα", μέρες αφιερωμένες στις ψυχές των νεκρών.
Καταγράφει ο λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") :
"Είναι, όπως είπαμε, κοινή πίστη, ότι από την πρώτη εβδομάδα της Αποκριάς
αι ψυχαί αποθαμένων απολύουνται και βγαίνουν στον Απάνω κόσμο. Γι'αυτό, όταν την προφωνέσιμη εβδομάδα σφάξουν το χοίρο [βλέπε και: Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..], με τον πρώτο μεζέ που θα φάγουν και το πρώτο κρασί που θα πιουν λέγουν "Θεός σχωρέσει τις ψυχές". Σε μερικούς μάλιστα τόπους, όπως στις Κυδωνίες της Μ.Ασίας, την Τσικνοπέφτην έβραζαν πιλάφι με κρέας και το εμοίραζαν στους πτωχούς για τους πεθαμένους.
Αναφέρει κι ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"), σχετικά με αντίστοιχα "μαντικά έθιμα" των ημερών: "
Η ημέρα των ψυχών και η πιθανή σύνδεσή της με την γιορτή των λουλουδιών και της άνοιξης είναι πολύ παλιά.
Ίσως Ινδογερμανική κληρονομιά - και ο Διόνυσος αργότερα μόνον, σαν Θεός της άνοιξης, συνδέθηκε με την γιορτή των νεκρών.
ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΑ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΑ
"Ανάθεμα που δούλευε τα τρία τα Σαββάτα,
το Κρεατινό, το Τυρινό, τ' αγίου Θεοδώρου!"
λένε εδώ στο Πήλιο, σε κάποια χωριά, για αυτά τα τρία Σάββατα -τα δυο τελευταία της Αποκριάς και το πρώτο της Σαρακοστής- καθώς θεωρούνται "Ψυχοσάββατα", μέρες αφιερωμένες στις ψυχές των νεκρών.
Καταγράφει ο λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") :
"Είναι, όπως είπαμε, κοινή πίστη, ότι από την πρώτη εβδομάδα της Αποκριάς
αι ψυχαί αποθαμένων απολύουνται και βγαίνουν στον Απάνω κόσμο. Γι'αυτό, όταν την προφωνέσιμη εβδομάδα σφάξουν το χοίρο [βλέπε και: Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..], με τον πρώτο μεζέ που θα φάγουν και το πρώτο κρασί που θα πιουν λέγουν "Θεός σχωρέσει τις ψυχές". Σε μερικούς μάλιστα τόπους, όπως στις Κυδωνίες της Μ.Ασίας, την Τσικνοπέφτην έβραζαν πιλάφι με κρέας και το εμοίραζαν στους πτωχούς για τους πεθαμένους.
Αλλά οι κατεξοχήν αφιερωμένες στους νεκρούς ημέρες της Αποκριάς είναι τα Σάββατα της Κρεατινής και της Τυρινής, όπως και της πρώτης εβδομάδας της Σαρακοστής, τα λεγόμενα Ψυχοσάββατα. Τότε σε κάθε σπίτι φτιάχνουν κόλλυβα, χυλό, χαλβά ή φαγητά και τα μοιράζουν "για να σχωρεθούν τα πεθαμένα". Τότε επισκέπτονται τους τάφους των αγαπημένων νεκρών και είναι μεγάλη η πομπή των μαυροφορεμένων γυναικών και κοριτσιών, που κατευθύνονται προς το νεκροταφείο κρατώντας στα χέρια ένα πιάτο κόλλυβα στολισμένα με ζάχαρη, κανέλα, καρύδι, σουσάμι, ρόδι, μαϊντανό, σταφίδες. Πηγαίνουν στους τάφους και τ'αποθέτουν προσφορά στον νεκρό.
Την ιερότητα των ημερών αυτών δείχνει και η αποχή των γυναικών από κάθε εργασία, η συνήθεια να μη λούζονται τα Ψυχοσάββατα και άλλες τέτοιου είδους απαγορεύσεις.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και μερικές συνήθειες των Ψυχοσαββάτων, που φέρνουν στη μνήμη μας παμπάλαια παιχνίδια και αγώνες προς τιμήν των νεκρών. Π.χ. στην Πυλία
τα δύο Σάββατα, το Κρεατινό και το Τυρινό, μαζευότανε στ' αλώνια και παίζανε τις αμάδες. Μετά πετάγανε και το λιθάρι. Κάνουνε και τραπέζι ούλα τα συγγενικά σπίτια και γλεντάνε.
Τέλος, σε μερικούς τόπους οι προσφορές στους νεκρούς γίνονται και την Κυριακή της Τυροφάγου. Έτσι, στο Κηπουργιό της Δ.Μακεδονίας κάθε οικογένεια φέρνει στην εκκλησία πίτα, σιτάρι, κρασί, τυρί κ.α. και μετά τη λειτουργία τα φέρνουν και τ'αποθέτουν πάνω στους τάφους' ύστερα τα μοιράζουν και τα τρώγουν.
Πώς τώρα συμβιβάζονται οι νεκροί και τα πένθη με τον γενικά εύθυμο και φαιδρό τόνο των αποκριάτικων εθίμων; Είναι άραγε απλή σύμπτωση το γεγονός, ότι την άνοιξη ακριβώς (αρχές Μαρτίου) όταν εμείς γιορτάζουμε την αποκριά με τα Ψυχοσάββατά της οι αρχαίοι Αθηναίοι γιόρταζαν τα Ανθεστήρια, γιορτή που είχε και αυτή διπλή όψη, ήταν δηλαδή απ'τη μια γιορτή των λουλουδιών, του κρασιού και της αχαλίνωτης χαράς κι απ'την άλλη γιορτή των νεκρών και των ψυχών;
Είδαμε πιο πάνω ποιες προφυλάξεις έπαιρναν οι αρχαίοι Αθηναίοι για να προστατεύσουν τα ιερά, τα σπίτια και τα σώματά τους απ'την είσοδο μέσα σ'αυτά των ψυχών, που ανέβαιναν, καθώς πίστευαν, τη δεύτερη ημέρα της γιορτής, τους λεγόμενους Χόες (12 του Ανθεστηριώνος, δηλαδή γύρω στην πρώτη Μαρτίου) στον επάνω κόσμο και την τρίτη ημέρα, τους Χύτρους, διώχνονταν. Προηγουμένως ομως οι Αθηναίοι τους πρόσφεραν τις πρέπουσες τιμές, μεταξύ άλλων την πανσπερμία, που έφτιαχναν οι γυναίκες στις χύτρες, χωρίς να επιτρέπεται να φάει κανείς από αυτήν. Αυτή τη γιορτή των ψυχών βρίσκουμε, την ίδια περίπου εποχή, και στα βοιωτικά Αγριώνια, γιορτή επίσης διονυσιακή. [...]
Δεν είναι λοιπόν εκπληκτικό το γεγονός, ότι κατά τις ανοιξιάτικες γιορτές, όταν η φύση ξυπνά απ'τη νάρκη, ανεβαίνουν και οι νεκροί στον επάνω κόσμο και δέχονται τις προσφορές και τις τιμές των ζωντανών. Και επειδή στο επιμνημόσυνο δείπνο, τη λεγόμενη μακαριά, οι προσφορές στους νεκρούς είναι, εκτός απ'τα κόλλυβα, και τα ζυμαρικά, αυτά, απ'τις λέξεις "μακαρία" και "αιωνία", ονομάστηκαν μακαρόνια και η τρίτη εβδομάδα της Αποκριάς, της οποίας τα ζυμαρικά είναι το ειδικό, όπως και το τυρί, έδεσμα, ονομάστηκε Μακαρωνού.
Τέλος, σε καιρό, όπου τα πνεύματα εμφανίζονται και πλησιάζουν τον άνθρωπο, φυσικό είναι να θέλει αυτός να μάθει από εκείνα το μέλλον. Στην ιερότητα και τη δύναμη, που ο άνθρωπος του λαού αποδίδει στις νεκρικές προσφορές, οφείλεται και η συνήθεια να μαντεύονται τα κορίτσια με το μακαρόνι της Τυρινής, καθώς και οι άλλες μαντικές συνήθειες των Ψυχοσαββάτων, για τις οποίες γίνεται λόγος πιο κάτω." [βλέπε και: Ο `Aγιος Θόδωρος και το φανέρωμα του γαμπρού]Αναφέρει κι ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"), σχετικά με αντίστοιχα "μαντικά έθιμα" των ημερών: "
"Το βράδυ της Τυρινής, όταν στρωθεί το τραπέζι με τα πεντανόστιμα φαγητά, τις πίτες, τ'ανοιχτάρι κι όλα τ'άλλα, στρογγυλοκάθεται στην τάβλα ολάκερο το βλαχοσόι. Εύχονται οι γεροντότεροι "χρόνια πολλά και καλή Σαρακοστή" ή "καλή Λαμπρή να μας εύρει" κι αρχίζουν όλοι μαζί να τρώνε.
Αυτή, ακριβώς την ώρα π'ανταλλάσσονται οι ευχές και τα γλυκόλογα, οι λεύτερες κοπέλες κλέβουν την πρώτη τους μπουκιά, χωρίς να τις ιδεί κανένα μάτι, για να τη βάλουν τη νύχτα που θα κοιμηθούν κάτω απ'το προσκέφαλό τους. Αυτόν τον άνδρα που θα ιδούν στον ύπνο τους κείνο το βράδυ, πιστεύουν πως θα γίνει και το μελλοντικό τους ταίρι.
Άλλες πάλι, το ίδιο βράδυ τρώνε την αρμυροκουλούρα, που ζύμωσαν την ημέρα κρυφά απ'τους τσελιγκάδες, βάζοντας μέσα μπόλικο αλάτι για να φέρει δίψα τη νύχτα. Έτσι έφευγαν κι έπεφταν για ύπνο, περιμένοντας να ιδούν στ'όνειρό τους ποιός θα τους έδινε νερό. Αυτόν πίστευαν πως θα τον έπαιρναν κι άντρα τους.
Κι ακόμη, όποιος ή όποια φτερνιστεί κατά την ώρα του φαγητού τ'αποκριάτικο βράδυ, θα φορέσει άσπρα τη Λαμπρή. Τ'άσπρα εδώ για την κοπέλα σημαίνουν νυφιάτικο φόρεμα. Συνηθίζουν, επίσης, οι τσοπάνηδες, για το καλό των ζωντανών τους, αυτή τη μέρα να δίνουν φαγητά και κρασί σ'όλους τους περαστικούς και φτωχούς ξωμάχους που κατοικούν γύρω τους κι απόκοντα."Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011
ΤΣΙΚΝΟΠΕΜΠΤΗ
Η Τσικνοπέμπτη είναι μια ετήσια τελετή, της οποίας η αρχή χάνεται μέσα στους αιώνες. Η ημέρα που τρώγεται κρέας.
Η Τσικνοπέμπτη βρίσκεται στο μέσο των 3 εβδομάδων του εορτασμού του καρναβαλιού. Πρόκειται για τη Πέμπτη της 2ης εβδομάδας, της Κρεατινής.
Γιορτάζεται την Πέμπτη που είναι 11 ημέρες πριν την Καθαρά ∆ευτέρα. Είναι ημέρα χαράς αλλά και προετοιμασίας για τους Ελληνορθόδοξους χριστιανούς, καθώς η σαρανταήμερη περίοδος της Σαρακοστής πριν το Πάσχα πλησιάζει. Την μέρα αυτή επιβάλλεται από το έθιμο το ψήσιμο κρέατος στα κάρβουνα.
Πήρε το όνομα Τσικνοπέμπτη από τις τσίκνες, μυρωδιές, που βγαίνουν από τα αναμμένα κάρβουνα όταν ψήνουν σουβλάκια, χαλλούμια, ρέγγες, λουκάνικα, λούντζες. Έτσι οι τσίκνες γεμίζουν την ατμόσφαιρα του χωριού ή της γειτονιάς. Και τούτο γίνεται εν όψει της Μεγάλης Σαρακοστής, όπου αρχίζει μεγάλη νηστεία για τη Μεγάλη Εβδομάδα και την Ανάσταση του Χριστού.
Κατά το έθιμο την Τσικνοπέμπτη συγγενικές ή και φιλικές, οικογένειες μαζεύονται σε ένα σπίτι και το ρίχνουν στο γλέντι, στο χορό και στο τραγούδι και στο τσούγκρισμα των ποτηριών με την ευχή υγεία και καλό Πάσχα να φτάσουμε. Η Τσικνοπέμπτη βρίσκεται στο μέσο των 3 εβδομάδων του εορτασμού του καρναβαλιού. Πρόκειται για τη Πέμπτη της 2ης εβδομάδας, της Κρεατινής.
Γιορτάζεται την Πέμπτη που είναι 11 ημέρες πριν την Καθαρά ∆ευτέρα. Είναι ημέρα χαράς αλλά και προετοιμασίας για τους Ελληνορθόδοξους χριστιανούς, καθώς η σαρανταήμερη περίοδος της Σαρακοστής πριν το Πάσχα πλησιάζει. Την μέρα αυτή επιβάλλεται από το έθιμο το ψήσιμο κρέατος στα κάρβουνα.
Το παστό της Τσικνοπέμπτης
Τσικνοπέφτη ήταν η μέρα που ετοίμαζαν το "παστό". Έβραζαν το λίπος με λίγο νερό, ραντίζοντάς το συγχρόνως με νερό. Το σούρωναν στη συνέχεια.
Αυτή ήταν η "γουρναλοιφή". Φυλαγόταν σε δοχεία (πήλινα).
Χρησιμοποιούνταν ως άρτυμα για όλη τη χρονιά.
Αυτή ήταν η "γουρναλοιφή". Φυλαγόταν σε δοχεία (πήλινα).
Χρησιμοποιούνταν ως άρτυμα για όλη τη χρονιά.
Στον πάτο του λεβετιού (καζανιού) έμεναν οι τσιγαρίδες που νοστιμίζαν τα φαγητά
(με χόρτα, αυγά, όσπρια).
(με χόρτα, αυγά, όσπρια).
Σε λεβέτι έβραζαν το κρέας με λίγο κρασί για να βγάλει λίπος, που με αυτό έβραζε. Έριχναν τα μπαχαρικά για νοστιμάδα κα τα λουκάνικα, αφού τα καθάριζαν από την καπνιά. Πρόσεχαν μη τσικνιστούν γιατί θα χάλαγε όλο το παστό.
Μετά το βράσιμο καθάριζαν το κρέας από τα κόκαλα, έκοβαν τα λουκάνικα και τα τοποθετούσαν σε λαγήνες (δοχεία πήλινα), και τα περιέχεαν με λίπος για να σκεπαστούν οι μεζέδες. Ήταν το φαγητό για όλο το χρόνο. Μ'αυτό φίλευαν και τους ξένους.
Ονομαστό φαγητό από παστό ήταν οι καγιανάδες, οι αλιμοκαγιανάδες με κρεμύδι κι αυγά.
Διαδικασία εβδομάδας γιορταστική, με λιχουδιές λογιών - λογιών, κρασί, τραγούδι.
Κι έχει ο Θεός, αφού έδωσε για να έχει κι ο Χριστιανός για όλη τη χρονιά, όλα τα καλά. Και γουρναλοιφή, και τσιγαρίδες και λουκάνικα, και παστό και πυτιά, και γουρνοσάπουνο, και γουρνοτσάρουχα, αλλά και την καπνοσακούλα από τη φούσκα. Για τούτο πρέπουν τις μέρες αυτές γιορτάσια και χαρές. Και μεγάλη νάναι η χάρη Του.
Κι έχει ο Θεός, αφού έδωσε για να έχει κι ο Χριστιανός για όλη τη χρονιά, όλα τα καλά. Και γουρναλοιφή, και τσιγαρίδες και λουκάνικα, και παστό και πυτιά, και γουρνοσάπουνο, και γουρνοτσάρουχα, αλλά και την καπνοσακούλα από τη φούσκα. Για τούτο πρέπουν τις μέρες αυτές γιορτάσια και χαρές. Και μεγάλη νάναι η χάρη Του.
Στη υγειά μας, με καράτζαφλο, με συκώτι, με ψιλό κρεμύδι, με οματιές, κρασί και πειράγματα.
Η μάνα Γη μας τρέφει καλά, καιρός χαράς, καιρός να ξεχαστούμε, τώρα, κι αυτή την εβδομάδα, την εβδομάδα της «απολυτής», της «προφωνήσιμης» ή «προφωνής».
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)